Η αντοχή είναι ιδότητα τυφλή,
σε βρίσκει στην πιο μεγάλη χαρά
και σε φρενάρει
να μην ζυγίσεις με λάθος τρόπο
την αλήθεια
αντίκρυ στο ψέμα.
Άλλοτε πάλι σε κρατά
εκεί που έρπει του θανάτου
η παραξενιά
καθώς η αυτοπεποίθηση ξεχνά
να σε στηρίξει.
Ναι, ναι, ο έρωτας βρίσκεται
παντού
και πάντοτε στο στόμα σε φιλά
ενώ σου κόβει τα φτερά
εκείνα που σου χάρισε στον
πιο γλυκό τον ύπνο.
Άλλες φορές σε βρίσκει
και σε σφυροκοπά
δίχως να νοιάζεται σταλιά
για τη ζωή σου.
Και συ, ανίκανος να ορίσεις
έστω μια στιγμή
μονάχα προσεύχεσαι στην αντοχή
να σε κρατήσει.
Είναι αλήθεια πως η τυφλή
έχει την όραση θεού
και την καρδιά της πέτρας
που σε καθορίζουν
Friday, 27 June 2008
Thursday, 26 June 2008
ΑΝΤΟΧΗ
Καμμένο μυαλό ξεφυλλίζει
αναπνοές σιωπής
μια κοκκίδας.
Εκείνη ανυποχώρητη
απ' τη θέση νηνεμίας,
ανεξάντλητη μες
στη μηδαμινότητά της,
δεν εφορμά μήτε
προς τα μέσα
μήτε κατά
εξωτερικού εχθρού.
Δεν γελά, δεν κλαίει
ούτε χάσκει.
Καμμένο μυαλό
μες στην κοκκίδα του
δεν εξιστορεί
το παρελθόν του,
μες στις στάχτες του
θηλάζει την ύπαρξή του
ως στίγμα του στίγματός του
αναπνοές σιωπής
μια κοκκίδας.
Εκείνη ανυποχώρητη
απ' τη θέση νηνεμίας,
ανεξάντλητη μες
στη μηδαμινότητά της,
δεν εφορμά μήτε
προς τα μέσα
μήτε κατά
εξωτερικού εχθρού.
Δεν γελά, δεν κλαίει
ούτε χάσκει.
Καμμένο μυαλό
μες στην κοκκίδα του
δεν εξιστορεί
το παρελθόν του,
μες στις στάχτες του
θηλάζει την ύπαρξή του
ως στίγμα του στίγματός του
Tuesday, 22 April 2008
ΔΙΑΦΥΓΗ ΑΠ' ΤΗΝ ΑΠΟΓΝΩΣΗ
Ένα ερείπιο σας μιλά.
Έχει πέτρινες σάρκες
που σπαράζουν
μες στην απόγνωση
του δικού του
μέλλοντος.
Κλείσε τα μάτια
Αγάπη μου,
Ανάσαινε αργά
σε βάθος συναισθήματος
και ξέχνα
όσα σε όρισαν να είσαι.
Είναι αργά
να επανορθώσεις
την ύπαρξή σου,
είναι νωρίς να σχηματίσεις
την τελειότητα
στα μάτια
του σύμπαντος σου.
Ένα ερείπιο μιλά,
η αντοχή του
είναι η πίστη του
και η αλήθεια του.
Το βλέμμα του
έχει γεμίσει με
πάγο
και το γέλιο του
μειδιά.
Περπάτησε
ηλιαχτίδα της νιότης
πάνω του,
στέγνωσε το δάκρυ
το κρυμμένο
στην καρδιά σου!
Μόνο έτσι
θα θυμάσαι ότι σε
πονά
και ξεχνάς!
Χορός μες στην καρδιά του
Κυλάει
Κρύβεται να μη αντιληφθούν
Οι δειλοί
Την ξεγνοιασιά του
Η ανάσα μιλάει
Απ’ τα άκρα του
Το στόμα είναι νεκρό
Κάνείς δεν ακούει
Τώρα πια,
Κανείς δεν αντέχει
Να ακούει
Μονάχα το γρύλισμα
Του αέρα διεισδύει
Εκεί που ο φόβος
Απαγορεύει
η παρουσία σου εδώ
είναι μονάχα μια απάτη
που τόσο αξίζει όσο ζει
το δάκρυ ως μια παύση
τα παραμύθια είναι ψωμί
που το βουτάμε μες στα γέλια
για να αντέξει το σκοινί
που μας κρατάει απ το ψέμα
τα βήματα της εμμονής
είναι ακόμη μια κλεψύδρα
τα περπατάμε σαν σκυλιά
που όλο οσμίζονται τη δίψα
Έχει πέτρινες σάρκες
που σπαράζουν
μες στην απόγνωση
του δικού του
μέλλοντος.
Κλείσε τα μάτια
Αγάπη μου,
Ανάσαινε αργά
σε βάθος συναισθήματος
και ξέχνα
όσα σε όρισαν να είσαι.
Είναι αργά
να επανορθώσεις
την ύπαρξή σου,
είναι νωρίς να σχηματίσεις
την τελειότητα
στα μάτια
του σύμπαντος σου.
Ένα ερείπιο μιλά,
η αντοχή του
είναι η πίστη του
και η αλήθεια του.
Το βλέμμα του
έχει γεμίσει με
πάγο
και το γέλιο του
μειδιά.
Περπάτησε
ηλιαχτίδα της νιότης
πάνω του,
στέγνωσε το δάκρυ
το κρυμμένο
στην καρδιά σου!
Μόνο έτσι
θα θυμάσαι ότι σε
πονά
και ξεχνάς!
Χορός μες στην καρδιά του
Κυλάει
Κρύβεται να μη αντιληφθούν
Οι δειλοί
Την ξεγνοιασιά του
Η ανάσα μιλάει
Απ’ τα άκρα του
Το στόμα είναι νεκρό
Κάνείς δεν ακούει
Τώρα πια,
Κανείς δεν αντέχει
Να ακούει
Μονάχα το γρύλισμα
Του αέρα διεισδύει
Εκεί που ο φόβος
Απαγορεύει
η παρουσία σου εδώ
είναι μονάχα μια απάτη
που τόσο αξίζει όσο ζει
το δάκρυ ως μια παύση
τα παραμύθια είναι ψωμί
που το βουτάμε μες στα γέλια
για να αντέξει το σκοινί
που μας κρατάει απ το ψέμα
τα βήματα της εμμονής
είναι ακόμη μια κλεψύδρα
τα περπατάμε σαν σκυλιά
που όλο οσμίζονται τη δίψα
Thursday, 20 March 2008
ηχώ
Η πόρτα έσβησε τα ίχνη μιας
σαλεμένης καταιγίδας
που κούρνιαζε στα σπλάχνα
της δίψας μου.
Γντουπ!
Όλα έμειναν νοτισμένα
από το υγρό βλέμμα
της χαράς,
μα και ακίνητα
από την αφασία που
μόνο ο κορεσμός της ηδονής
φέρνει.
Στην επόμενη σιγή
η ψύχρα εισέβαλλε απ' το πουθενά
απλώνοντας το γλυκό της μούδιασμα
παντού.
Άρχισαν να ραγίζουν όλα,
μέσα απ τις ρωγμές ξεπηδούσαν
βλέμματα
που απλώνονταν στην ηχώ
της γενετήσιας πράξης
του μικροσκοπικού αλόγου της παναγίας
σαλεμένης καταιγίδας
που κούρνιαζε στα σπλάχνα
της δίψας μου.
Γντουπ!
Όλα έμειναν νοτισμένα
από το υγρό βλέμμα
της χαράς,
μα και ακίνητα
από την αφασία που
μόνο ο κορεσμός της ηδονής
φέρνει.
Στην επόμενη σιγή
η ψύχρα εισέβαλλε απ' το πουθενά
απλώνοντας το γλυκό της μούδιασμα
παντού.
Άρχισαν να ραγίζουν όλα,
μέσα απ τις ρωγμές ξεπηδούσαν
βλέμματα
που απλώνονταν στην ηχώ
της γενετήσιας πράξης
του μικροσκοπικού αλόγου της παναγίας
Thursday, 6 March 2008
τ' όλο είναι η κάθε στιγμή
που αιώνια γίνεται,
ο νόμος είναι το κάθε γιατί
που ανοίγει δρόμο στη σιωπή,
ο θεός είναι η παντοδυναμία
της αδυναμίας
κτίζει κάστρα και επιδυκνείεται,
οι αισθήσεις είναι μόνο η αρχή
που στον βαθύ ύπνο αφοπλίζονται,
η διαίσθηση διαρκώς προκαλείται
απ' την ίδια της την πηγή
την ανθρώπινη πληγή-τον φοβο-
και το δόγμα είναι μια ανάγκη
που διαρκώς αναιρείται
για να επιβεβαιώνεται.
που αιώνια γίνεται,
ο νόμος είναι το κάθε γιατί
που ανοίγει δρόμο στη σιωπή,
ο θεός είναι η παντοδυναμία
της αδυναμίας
κτίζει κάστρα και επιδυκνείεται,
οι αισθήσεις είναι μόνο η αρχή
που στον βαθύ ύπνο αφοπλίζονται,
η διαίσθηση διαρκώς προκαλείται
απ' την ίδια της την πηγή
την ανθρώπινη πληγή-τον φοβο-
και το δόγμα είναι μια ανάγκη
που διαρκώς αναιρείται
για να επιβεβαιώνεται.
Τι είναι αυτο
που μου ζητάς;
Γιατί με κυνηγάς;
Δεν σου αρκεί
που τρέχω σαν τρελός
με το κορμί
με το μυαλό
Γιατί ουρλιάζεις;
Γιατί σιωπάς;
Δεν μπορείς, απλά
να μιλάς;
Τον τσαμπουκά
που σε πνίγει
γιατί στον λαιμό μου
σαν θηλια τον περνάς;
Ότι σου κλέψαν
χάθηκε,
πάνω σε μένα
μην ξερνάς.
Ότι σου πήραν
πάψε πια
να το μοιρολογάς.
Νοιώθεις λειψός,
να το αλλάξεις
δεν αρκεί ο καιρός,
δεν ειναι πληγή
που θα επουλωθεί
είναι αναπηρία
που την φοράς
πριν ακόμη γεννηθείς,
όταν πεθάνεις
δεν θα σβηστεί.
που μου ζητάς;
Γιατί με κυνηγάς;
Δεν σου αρκεί
που τρέχω σαν τρελός
με το κορμί
με το μυαλό
Γιατί ουρλιάζεις;
Γιατί σιωπάς;
Δεν μπορείς, απλά
να μιλάς;
Τον τσαμπουκά
που σε πνίγει
γιατί στον λαιμό μου
σαν θηλια τον περνάς;
Ότι σου κλέψαν
χάθηκε,
πάνω σε μένα
μην ξερνάς.
Ότι σου πήραν
πάψε πια
να το μοιρολογάς.
Νοιώθεις λειψός,
να το αλλάξεις
δεν αρκεί ο καιρός,
δεν ειναι πληγή
που θα επουλωθεί
είναι αναπηρία
που την φοράς
πριν ακόμη γεννηθείς,
όταν πεθάνεις
δεν θα σβηστεί.
Tuesday, 4 March 2008
κενή φωνή
κρύβομαι να μην με δεις
και τη σιωπή μου κλέψεις
στα μυστικά της να χαθείς
και πια να μην με θέλεις
γνωρίζω πόσο με ποθείς
γνωρίζω το πως και το γιατί
μα μην θαρρείς πως θα δεχτώ
αμαχητί να σου δοθώ
είναι ο κόσμος μου αλλού
και ο δικός σου κάπου αλλού
αναμεσά τους γέφυρα το κενό
ανύπαρκτη για κάθε λογικό
αν θέλεις, λοιπόν, ένα φιλί
κλείσε τα μάτια να τη διαβείς
τα πατηματά της είναι μες στη φωνή
που λαχταρά τη δική μου σιγή
και τη σιωπή μου κλέψεις
στα μυστικά της να χαθείς
και πια να μην με θέλεις
γνωρίζω πόσο με ποθείς
γνωρίζω το πως και το γιατί
μα μην θαρρείς πως θα δεχτώ
αμαχητί να σου δοθώ
είναι ο κόσμος μου αλλού
και ο δικός σου κάπου αλλού
αναμεσά τους γέφυρα το κενό
ανύπαρκτη για κάθε λογικό
αν θέλεις, λοιπόν, ένα φιλί
κλείσε τα μάτια να τη διαβείς
τα πατηματά της είναι μες στη φωνή
που λαχταρά τη δική μου σιγή
Subscribe to:
Posts (Atom)