Tuesday, 4 March 2008

κενή φωνή

κρύβομαι να μην με δεις
και τη σιωπή μου κλέψεις
στα μυστικά της να χαθείς
και πια να μην με θέλεις

γνωρίζω πόσο με ποθείς
γνωρίζω το πως και το γιατί
μα μην θαρρείς πως θα δεχτώ
αμαχητί να σου δοθώ

είναι ο κόσμος μου αλλού
και ο δικός σου κάπου αλλού
αναμεσά τους γέφυρα το κενό
ανύπαρκτη για κάθε λογικό

αν θέλεις, λοιπόν, ένα φιλί
κλείσε τα μάτια να τη διαβείς
τα πατηματά της είναι μες στη φωνή
που λαχταρά τη δική μου σιγή

Monday, 3 March 2008

κάθε πρωί που ξυπνώ
πέφτω επάνω σου,
μα με το βλέμμα μου
συνεχώς αστοχώ να σε πετύχω

κάθε μέρα με μισό χαμόγελο γυρνώ
γιατί μόνο λοξά μπορώ να σε δω
κ' έχω τη θλίψη μου παρηγοριά
και μια ανείπωτη χαρά
να με σκουντά στον ώμο

διαρκώς όλο εσένα κουβαλώ,
ακόμη και στον ύπνο μου
σ' έχω μέσα μου και σου μιλώ
γλυκά και μελαγχολικά
μιας και κατάματα δεν σε αγγίζω

μα σε καποιες στιγμές
ελάχιστες και μαγικές
έχεις ουράνιο τόξο το στόμα σου
το φιλώ και μ' εξαγνίζω

Monday, 11 February 2008

ερωτικά

Δεν μου χρωστάς τίποτα
Και ας τα πήρες όλα
Δεν μου χρωστάς! Ακούς;
Γιατί ότι και αν πήρες
Δεν ήταν τίποτα δικό μου
Δεν ήμουν εγώ! Ακούς;

Ούτε καν ο χρόνος δεν μέτρησε
Από τότε
Ούτε καν όλα τα χάδια
Τα χαμένα,
Τίποτα, με ακούς;
Τίποτα! δεν μέτρησε
Ούτε καν η λησμονιά

Και όσα είπαμε, όσα κάναμε
Μα πιο πολύ αυτά που προδώσαμε
Ακόμη και όλα αυτά ένα τίποτα
Γιατί δεν ήμουν εγώ
Γιατί μήτε εσύ ήσουν
Δεν ήμασταν καν εκεί

Ακόμη και στη σκέψη μου
Ακόμη και στη καρδιά μου
Όλα αυτά που πονάν
Τίποτα δεν ήταν
Και τίποτα δεν θα είναι
Και ας πονάν
Μ’ ακούς;

Δεν με νοιάζει
Ακόμη και αν
δεν με ακούς!
Ακούς;
Δεν με νοιάζει
Έστω και αν σε δω μπροστά μου
Έστω και αν με φιλήσεις ξανά
Έστω και αν γυρίσεις σε μένα,
Για ακόμη μια φορά
Δεν με νοιάζει
Μήτε που δεν με ακούς
Ακούς τι σου λέω;
























Και πάλι μαζί σου
Ξανά σε σένα να γυρνώ
Για να μην σκεφτώ
Για να μην πονέσω
Ακόμη μια φορά

Πάλι σε σένα γυρνώ
Και μέσα σου κρύβομαι
Για να μην με βρουν
Για να μην με καταπιούν
Οι άλλοι, εκείνοι
Που με κυνηγούν

Άνοιξε τα χέρια σου
Και σκέπασέ με
Με τα χάδια σου
Και τα γλυκά τα λόγια σου
Σκέπασέ με, γιατί εσύ
Δεν φοβάσαι
Εσύ γνωρίζεις από δαίμονες
Και δεν δειλιάζεις

Ξανά σε σένα
Μέσα σου να χαθώ
Ξανά από το φόβο μου
Να λιποτακτήσω
Ξανά και από τα λάθη μου
Να διαφύγω

Monday, 4 February 2008

συνδιαλέξεις

Γυναίκα μέσα στο χάος με την άμμο
Να πασπαλίζεις την αυγή σου
Στο λάθος που δεν έχει τάξη
Μήτε αλήθεια μήτε άκρη

Κανόνας δεν σε έπιασε γυναίκα,
Σε νου μονόφθαλμου τιτάνα
Ψευδίζεις λέξεις, πλάθεις συνθέσεις
Δίχως να αναζητάς το νάμα

Αχ πόσο καλά νοιώθεις το χάος
Και με τι χάρη σε κυριεύει,
Σε ατοπήματα της θλίψης
Πέφτεις δίχως να ζητάς ένα χέρι










Και συ που θέλεις να μιλάς
Σε γραμμές κυλώντας του τραίνου,
Σου δίνω λουλούδι της τροχιάς
Που τ’ όνομά του χαράσσει
Στις ράγες του δέους

Έτσι για να μην σιωπήσεις
Και μου ζητάς να καρτεράς
Σε διχογνωμίες και άλλα ξωτικά
Που πίνουν το δάκρυ μες στο ξύδι
Του ανεκπλήρωτου ονείρου
Κερματισμένου από την θλίψη

Saturday, 2 February 2008

ερωτικά

για σένα μιλάω παντού
δίχως να υπολογίζω με ποιον
δίχως να αναρωτιέμαι γιατί
απλά μιλάω για σένα παντού
και δεν με νοιάζει αν ή άλλοι
με ακούν
και δεν με νοιάζει αν τους πληγώνω
ή κάποια τους κρυφή επιθυμία
ακυρώνω
σαν να είμαι εγώ είσαι για μένα
και όταν μιλάω για σένα είμαι εγώ
και δεν υπάρχει μήτε ξάφνου
μήτε το κάπως
και όλα συνέβησαν και συμβαίνουν
σαν να ήταν όπως θα είναι
και μονάχα έτσι είναι,
για σένα μιλάω παντού
και δεν χρειάζεται να μιλώ για σένα
στον εαυτό μου
γιατί είσαι ο ίδιος μου
ο εαυτός











πόσο να κάψω τα λόγια σου
πόσο ακόμη να τα καίω;
και τα παλιά τα όνειρα
που πρόδωσε το ψέμα
πόσο ακόμη να τα κλαίω;

το βλέμμα σου καθώς με άγγιζες
ήταν καλέμι που με έπλαθε
και σ' ένα πικρό μεσόφωτο
άρπαξες το σφυρί
και μες σε ειρωνεία άπληστη
με διέλυσες

δεν είχα θάλασσα να δω
μήτε φεγγάρι να μιλήσω
μόνο κομμάτια στο κενό
είχα για να τα δένω
δίχως μίσος

Sunday, 27 January 2008

ταβερνοκουβέντες

Ο καρχαρίας βυθίστηκε
Στο μελάνι της σουπιάς
Και δόξασε τον ήλιο που χάθηκε
Από τα μάτια του

Πονάει πολύ η νηνεμία του
Αίματος
Πονάει πολύ και η αδιαφορία
Της νιότης
Μα πώς να μην αφεθώ
Στις δαγκάνες της καραβίδας
Και στα πλοκάμια του χταποδιού
Τις δαγκωματιές του νου
Να συλλαβίσω
Βοώντας,
Την ασφυξία της ύπαρξης
Να εξωραΐσω
Εκλιπαρώντας.





















Μίλα, μιλώντας στους κόκκους
Της νύχτας
Όνειρα να λες
Που να έχουν στρειδιού συνήθεια
-Να μην ανοίγουν-
Μονάχα τα χέρια να μπήγουν
Στις κόρες των δακρύων
Που γεννήθηκαν αναίτια
Από κλάμα γέλιου

Μίλα μιλώντας με όνειρα
Που να μην μιλάνε
Μονάχα να καίνε βουβά
Και να μας ξυπνάνε
Με τη θέρμη τους
Στην καρδιά των άστρων

Μίλα μιλώντας στους κόκκους
Της νύχτας με όνειρα
Και μην φοβάσαι
Μονάχα ζήτα
Σύμπαντα να χτίζουν
Από νότες ενστίκτου
Που θα διαφεύγουν
Του μύθου
Πλάθοντάς τον



















Σαπίλες έχουμε μονάχα στο μυαλό
Ρούφα τις δίχως δισταγμό
Με το τσιγκέλι της θλίψης δεν βγάζεις πολλά
Μονάχα αν κολυμβήσεις μες στα σκατά
Και αν μυρίζουν άσχημα μην σε λυπάσαι
Και αν τα τρως μην κάνεις εμετό
Και αν πληθαίνουν να θυμάσαι
Είναι η πρώτη ύλη της φύσης
Για κάθε δημιουργό.
Αν νομίζεις πως ο τελευταίος θα σε λυπηθεί
Στέλνοντας κατάρες, συμφορές
Και την έχθρα ως δύναμη παστρική
Φιλαράκο, θέλεις δεν θες
Εσύ είσαι θεός και θα πληρώσεις
Για κάθε χαμό με τον δικό σου χαμό
Στάσου λοιπόν δίπλα στην κουράδα
Μην το παίζεις μεσσίας
Γιατί και συ είσαι του κατρουλιού
Η συνταγή
Και αν νομίζεις πως σηκώνεις σπαθιά
Και ξεπαστρεύεις κάθε βρωμιά
Σου προτείνω να αγαπήσεις
Τη δική σου χλεμπονιά















Φωνές κατέβαιναν στα γέλια των ματιών μου
τιτίβιζαν ουρλιάζοντας ντροπή
για που σαλπάρισες βρε κόπανε και δώσ’ του
δυο, τρία χαστούκια από των φίλων την οργή.
Να μην γελάς, και να μην δείχνεις τη χαρά σου
μήπως νομίζεις πως διαφέρεις από μας;
μέσα στο λάκκο είσαι βρε τσόγλανε, θυμήσου
και θα σε φάνε τα σαρκοβόρα όπως και μας.
γιατί καλοί μου είστε τόσο αγριεμένοι;
και ποιος σας είπε πως είμαι αλλιώτικος από σας;
μονάχα ένα με ορίζει και δεν το κρύβω
πως ότι συμβαίνει αρχίζει και τελειώνει σε εμάς.
Ας τις μπαρούφες και μην μολύνεις τον αέρα
με τα χαρμόσυνα τερτίπια της ζωής σου,
εδώ είναι ο λάκκος που τον ζέχνει η φοβέρα
της φαγωμάρας και της μάταιης ενοχής σου.
γιατί νομίζετε πως πρέπει να φοβάμαι;
γιατί να ντρέπομαι για ότι είμαι γω;
μονάχα στα τραγούδια δεν λυγάμε
καθώς ο εφιάλτης γίνεται σπέρμα καρπερό.


















μην μου ζητάς να μην μιλώ
μη μου ζητάς μες στην σιωπή να ζήσω
ακόμη και αν ήμουνα νεκρός
θα σου μιλούσα δίχως σε παύση να σταθώ.
υπάρχουν λέξεις που 'ναι σαν του ξυραφιού τη λάμα
και δεν χαρίζουν σε κανένα κερατά
είναι ψυχρές, ατίθασες, εφιάλτη σκάγια
μα είναι προτιμότερες απ' τη βουβή την καταχνιά.
ξέρω πονάνε, γιατί κατρακυλάνε σαν βράχοι
που πλακώνουν την ψυχή
και σαν χασαπομάχαιρα χιμάνε
σε φέτες κόβουν κάθε υπεροπλία αξιοπρεπή.
καλά κάνουν, φίλε μου, και μην φοβάσαι
δεν παύει να είναι αναίμακτα σπαθιά
που κεριά μπορούν να γίνουν και να θυμάσαι
μες στο σκοτάδι είναι απαραίτητα για την
λευτεριά.
κι αν τα λογάκια μου θυμίζουν 21
κοίτα τριγύρω σου και δες με μάτια κλειστά
τα φίδια έρχονται από κάθε γωνιά
και μόνο η ειρωνεία και ο σαρκασμός
μας απομένει
μπας και πάμε πιο πέρα του γκρεμού την κοψιά





















τίποτα ζεστό δεν έχει το τραπέζι
όλα είναι ψόφια και ζέχνουν από κάθε γωνιά
όλα είναι ψόφια σαν δυο χελιδόνια
που τα κάψε ο νοτιάς.

το ποτήρι ραγισμένο, στέκει στην μέση βουβό
με της μούχλας τ' αγκάθια ν' ανθίζουν
στα χείλη που έχουν σπάσει εδώ και καιρό.

τίποτα ζεστό δεν έχει το τραπέζι
μα και η παγωμάρα δεν έχει θέση σ' αυτό
μονάχα η μπόχα θεριεύει
μέσα σε σιγής αγέρωχο θανατικό

















πια δεν αντέχω,
μες στις νιφάδες του αφρού
θα πλεύσω.
σκαμπίλια σε φουσκάλες
εξοργισμένου νερού θα ρίχνω
και τα κοκάλα μου στο βυθό
της θάλασσας θα μπήγω.
εκεί θα στήσω το τσαντίρι
της ελεημοσύνης θυμιατήρι
και τα ψαράκια μες στον καπνό
της τρέλας μου θα κρύβω
στο παραμιλητό να τα μυήσω















σουλάτσα έκαναν τα φίδια
μέσα στις κόρες των ματιών μου,
άπληστα ρούφηξαν το σώμα
των ανυπόστατων θεών μου

δίχως ανάσα μια να πάρω
παρέλυσα απ' την οργή μου,
είδα το λάθος, τη σιωπή μου
σπαρμένα στην καρδιά του φόβου























πλένει το δάκρυ τη γύμνια του
στις χαρακιές της μέρας
με ξινισμένο αίμα ενοχής
που αναβλύζει από κωλοτρυπίδες
περιωπής.
και να σου μια πόρνη
με δύο τόνους βυζιά
για κομπόδεμα,
κυλάει το δάκρυ δίχως ντροπή
με την αιμάτινη την ευωδιά
την αηδιαστική,
δίχως ενοχή πάνω
στις βυζόμπαλες χορεύει
κι αρχίζει ο κώματος και σπέρνει
δάκρυα καθάρια σαν την αυγή
και η ηδονή να στέκει βουβή.













δεν σου ζήτησα συμπόνια
μήτε το φαρμάκι το πικρό
ένα σου ζήτησα καρδιά μου
να μην κατέβεις στον σταθμό

θέλω να φύγω
να πάω στα ξένα
κανένα δεν θέλω
ακόμη και σένα

θέλω μονάχος
το δάκρυ να πιω
θέλω μες στο κλάμα
να χαθώ

να μην τολμήσεις, γλυκιά μου αγάπη
να μην διστάσεις, να με ξεχάσεις
δεν θέλω συμπόνια, μήτε κακία
θέλω να σβήσω μια ιστορία














καπάρωσα τον ταξιτζή
και έκλεισα την πόρτα
του πα να πάμε για καφέ
και χύθηκε στα φώτα

βρε φίλε είναι δύσκολο
να την ξεχάσω δεν μπορώ
είναι γυναίκα του κεφιού
έχει το βλέμμα του παιδιού

ο φίλος μου ο ταξιτζής
δεν μίλησε, δεν γέλασε
μονάχα άκουγε βουβά
που η καρδιά μου μέλι έσταζε



















ήταν βαριά η συννεφιά
ταίριαξε στην καρδιά μου,
τ' όνομά σου ψέλλισα
κ' έσβησε η ματιά μου.

στο χωρισμό μας γίναμε
δυο πέτρες σ' ένα δάκρυ
και κείνο μέσα στον καημό
έχτισε ένα άχτι

και από τότε κουβαλώ
το κρίμα στο λαιμό μου
κ έγινε ο κόσμος φυλακή
και η ζωή το σάβανό μου
_________________

















τα καλντερίμια άναψαν
απ' το περπάτημά σου
από τη φούστα τη σχιστή
έρεε η μοσχοβολιά σου

πως να μην πω στον ουρανό
τ' άστρα του ν' ανάψει
τόσο καλά να φωτιστούν
οι κνήμες σου σαν στάχυ

και το στεγνό χειλάκι μου
πως να το κουλαντρίσω
που όλο στραβώνει προς τα σε
και το λαιμό σου θέλει να φιλήσω
















λαχταρώ να δω τον ουρανό
κλαίω και ποθώ. Πονώ.
χείλια ερμητικά με κοιτούν
αινιγματικά. Μιλιά.
θέλω να τα πιω
μα πως να ψελλίσω το ίσως
φόβο να μην νοιώσουν
για την αγάπη μου και φύγουν.
ίσως να θέλατε μια συντροφιά
για την βραδιά;
ίσως, απόψε, να μην μπορείτε
μα για ένα καφέ
ένα πρωινό στο Λυκαβηττό;
ή μήπως για σινεμαδάκι
ένα απογευματάκι;

Στο μπαλκόνι αυτό, το αντικρινό
κάθε μεσημέρι
δυο χείλη ερμητικά
σαν δυο πουλιά σε γερό κλουβί
στέκουν με κοιτούν και σιωπούν.
μα όλο σιωπούν
ίσως κάτι θέλουν
κάτι που να θέλουν να μου το πουν
μα να μην μπορούν
να μην μπορούν.
και ίσως μόνος μου εγώ
μονάχα εγώ να μπορώ
να δείξω το σ' αγαπώ
να το ψιθυρίσω
με τρόπο μαγικό.
Ίσως

















Σύντομα κοντά μας τα όνειρά μας.
Στη στοά του δρόμου
Με το γράμμα του νόμου
Και σε τιμή ευκαιρίας,
Μια σπαρταριστή κωμωδία.
Μην βιαστούμε, όμως ας διασχίσουμε
Μονάχοι το δρόμο
Και μην φοβηθούμε τον τρόμο.
Να περάσουμε εντίμως κάθε δειλία
Να πατήσουμε με τακτ τα καρφιά της ανίας
Ν’ απολαύσουμε με μέτρο την αγυρτεία
Όλα σε μελοδραματική αξία.
«Στην υγειά μας»
Μια ευχή σχολαστικής παρωδίας.

Σύντομα κοντά μας, μες στα όνειρά μας
Θα βρεθούμε ως ζόμπι να πίνουμε το μυαλό του δότη
Εκείνου του εξωμότη
Που ως καρικατούρα στη ζωή μας
Γελάει με αηδία την κραυγή μας

Tuesday, 15 January 2008

ταβερνοκουβέντες





χώμα τα χέρια του, όπως και το σώμα του
χώμα και τα λόγια του
και όταν έβρεχε
λασπόνερο γινόταν και ταξίδευε
διαλυμένος,
όταν ήλιος έλαμπε τ' απομεινάρια του
στέρεες κουκίδες αντλούσαν φως
και κατόπιν εξέπεμπαν μηνύματα
το ένα προς το άλλο για επανένωση
και πάντα μια νέα μορφή σχημάτιζαν.
Ένα πράγμα μονάχα φοβόταν
το χιόνι όταν γινόταν πάγος
να διαλυθεί δεν μπορούσε
ενώ μπορεί να παρέμενε με την ίδια μορφή
για πολύ καιρό, ίσως και για πάντα.
έτρεμε τη μυθοποίηση,
πίστευε πως ήταν η τρομερή καταδίκη
του μονοδιάστατου









η σημασία του κορμιού
είναι ρίψεις βότσαλων σε ωκεανό
που δεν ορίζεται με νερό
αλλά με όνειρα δίχως τέλος

η σημασία του κορμιού
έχει αιώνια διδαχθεί
μονάχα στη σιωπή του τρελού
και αν κανείς λογικός
αποπειραθεί να τολμήσει
θα αποτύχει ως ανόητος

η σημασία του κορμιού
δεν είναι, μονάχα, δίχως τελειωμό
είναι και δίχως αρχή
ρέει απλώς μέσα μας
ώσπου σε άλλη κατάσταση βρεθούμε
και από το κορμί χαθούμε
εκείνο όμως ποτέ δεν θα χαθεί







αναπολώ τα λόγια
που δεν έχω πει
και τις πράξεις που
δεν έχω κάνει

αναπολώ όσα
δεν μ' έχουν αγγίξει
δεν μου έχουν μιλήσει
εντός μου

αναπολώ τα λάθη
που δεν έκανα
και μαζί τους την αλήθεια
με το σωστό που δεν
συνέλαβα









φορώ το σώμα δίχως το
κορμί μου
και ως κοινότυπος
χάνομαι ανάμεσα μας
και από τον εαυτό μου

ντύνομαι το κορμί μου
και την μια είμαι πέτρα
την άλλη κύκνος
και σε κάποια άλλη στιγμή
αστέρι που ψαλιδίζει
τον ουρανό










ένα βράδυ εκεί που τα ‘πινε είπε:
" θα κάνω φυλαχτό μου τη μαύρη τρύπα"
έκτοτε ο κόσμος του φαινόταν μικροσκοπικός
σαν μινιατούρα των αλλοτινών φόβων του
και ανάλαφρος δίχως κανένα "σαν".
περνούσαν οι φίλοι και του γκρίνιαζαν
και κείνος τους απόπαιρνε,
περνούσαν οι άγνωστοι δίχως να του δίνουν σημασία
και κείνος τους μιλούσε δίχως κανένα παραμιλητό,
περνούσαν οι εχθροί και τον χλεύαζαν
και κείνος τους γελούσε και τους προσκαλούσε για ποτό.
κάποια στιγμή πέρασε και ο χρόνος αγγίζοντας το στην πλάτη
και κείνος δίχως προειδοποίηση βουτά το χρόνο απ' τα μαλλιά
και μαζί χάθηκαν μες στο φυλαχτό του.
από τότε όλοι συνομιλούν σιωπηλά για αυτόν
μονάχα στον ύπνο τους











με κάνεις αλοιφή και χάνομαι
στις ράγες των χεριών σου
αισθάνομαι
αχ πως τα καταφέρνεις
και μες τα μάτια σου
πάλλομαι
πάλλομαι βαθιά στης κόρης
την μαύρη σπηλιά
και στην καρδιά του δακρύου
που στέκει στην γκρεμογωνιά
των βλεφάρων σου
και στέλνω μηνύματα μέσα μου
και ξαφνιάζομαι
ναι ξαφνιάζομαι
γιατί είναι άγνωστα μα ζεστά
και εκστασιάζομαι
με τον άλλο εαυτό μου
που δεν γνωρίζω
εντυπωσιάζομαι
χαχαχαχα
αδύνατον να με συλλάβω
παρά μονάχα μαζί σου
και τίποτα δεν σκιάζομαι













είμαι αγρίμι
ήπια, ήπια
τη σιωπή μου ήπια
στο θολό ποτάμι βούτηξα
και μέσα μου χύθηκα.
Ξύπνησα μες στη φωτιά
μετά από μακρύ ύπνο
στο πουθενά,
ξύπνησα μες σε φλόγες ζωής
να διακτινίζονται μέσα μου
δίχως αλήθεια και ψέμα
ως έκσταση.
Όσο και αν τάξεις στην
γάγγραινα την
αιωνιότητα
εκείνη θα σε φτύσει
όπως φτύνει τον εαυτό της
κι αν τάξεις στο φως τον
θάνατο
εκείνο θα γελάσει
πίσω από τις γρίλιες του
Σκοταδιού.















Στρώσε το ξεψύχισμα
Στης στράτα σου τον ίσκιο
Πιες το δίχως να φοβηθείς
Πιες το με το γέλιο
Και μην νοιαστείς

Απερίσκεπτα στόχεψε την καρδιά σου
Με το ψέμα
Ξανά και ξανά
Ξέσχισε το είναι σου δίχως ντροπή

Στο δάκρυ σου
Στάξε το αίμα σου
Και προχώρα
Μ’ ακούς
Προχώρα!

Σέρνε το σαρκίο σου
Στα δάση της οργή σου
Και θυμήσου
Μονάχα θυμήσου
Το λάθος που δεν έκανες
Στο πάθος που δεν έδωσες

Αρμάτωσε την έγνοια σου
Με θλίψη
Τη μελαγχολία αγκάλιασε
Με θέρμη
Και με ζέση σβήσε σε κάθε
Βήμα
Σε κάθε κύμα
Το χάδι σου

Σβήσε, λοιπόν
Σβήσε !
Και πέταξε το σκουπίδι σου
Σε πηγάδι ονείρου
Και βύθισε την εμμονή σου
Σε φιλί φιδιού

Τι λαχτάρα, θεέ μου
Η άρνησή μου!
Τι λαχτάρα! μέσα της
Να χάνομαι
Και στον μίσχο της
Ν’ ανθίζω
Δίχως ενοχή