Monday, 14 January, 2008

ΤΑΒΕΡΝΟΚΟΥΒΕΝΤΕΣ

ένα κουμάσι είμαι εγώ
και δεν μετράω μία
τα λόγια σου, τα λόγια τους
και τα ξινά τα γέλια τους

δεν χαμπαριάζω μία γω
όσα κι αν μου λες
έτσι είμαι και δεν αλλάζω
όπως γεννήθηκα έτσι και ζω
και έτσι με χαλαλίζω

ένα κουμάσι είμαι εγώ
ένα ρεμάλι του δρόμου
και με κλωτσούν και με κλωτσώ
και μια πίνω εκεί
και μια πίνω εδώ

στον Βαγγέλη, άλλο έναν χριστό που μας άφησε τις ημέρες της γέννησής του θεανθρώπου








έκοψα τις σιωπές μου φέτες
και τις βουτώ μες στο κρασί
και από τότε όλο πίνω
και από τότε δεν τελειώνει το ψωμί

έκανα την κραυγή μου μύλο
και όταν ακούω μια οιμωγή
φτιάχνω αλεύρι, αλέθω σκέψη
φτιάχνω ψωμί με την ελπίδα να
αιμορραγεί



_________________







γκάζια στην λεωφόρο της ηδονής
να βαυκαλίζομαι
και η πάρτη μου να 'ναι το γινάτι μου
αχ άχτι μου

ξεθηκαρώνω το ξίφος μου
ξεσηκώνω τον οίκτο μου
και έχω δυο παιδιά να μου σφυρίζουν
και στις παύσεις να μου θυμίζουν
τα κάλλη μου με τα λάθη μου
ήμαρτον τα εγωπαθή πάθη μου
ααχχχ άχτι μου












είδα στο ύπνο μου ένα λουλούδι
να μου μιλάει όπως το σκυλόψαρο
στα κόμικς όταν μια ανάσα παίρνει
πριν τον Βρούτο να γυρέψει

είδα στον ύπνο μου ένα
λουλούδι σκυλόψαρο να μου μιλάει
είσαι λέει ένα σκουλήκι
που γεννήθηκε τη ζωή του τη μικρή
με μιας να χαλαλίζει

ήθελα λέει, στον ύπνο μου,
ένα λουλούδι να μυρίσω
μα καθώς τη μύτη μου σίμωνα
την ευωδιά του να συλήσω
δυο πέταλα με σαγόνια άνοιξαν
με κάρφωσαν και μες στα αίματα
χάθηκα, χάθηκα,....χαχαχα....













κλείσ’ το κουτί, αλλιώς το κάνω κομμάτια
δεν ξέρω πια τον καιρό να διαβάζω από τα άστρα
και όλο ακούω αυτό τον μουσάτο
ψέματα να μου λέει και να τα χάπτω

κλεις το κουτί, αλλιώς θα του φυτέψω μια σφαίρα
να το βουλώσει μια και καλή
να μην με εμπαίζει με διαφημίσεις ιλουστρασιόν ζωής
και γω το βούρλο να χάβω το μήνυμα
και να γίνομαι σύνθημα εκείνου που καραδοκεί
να μου φάει την ψυχή

κλείσ’ το κουτί, κλείσ’ το ρημάδι, παναθεμά το,
έτσι για λίγο, να δω τον ήλιο όπως τον θέλω
δίχως να μου έχουν βάλει το αλλήθωρο μάτι
με τα δυο κιλά νάζι και το χαμόγελο τσακάλι