Sunday 27 January 2008

ταβερνοκουβέντες

Ο καρχαρίας βυθίστηκε
Στο μελάνι της σουπιάς
Και δόξασε τον ήλιο που χάθηκε
Από τα μάτια του

Πονάει πολύ η νηνεμία του
Αίματος
Πονάει πολύ και η αδιαφορία
Της νιότης
Μα πώς να μην αφεθώ
Στις δαγκάνες της καραβίδας
Και στα πλοκάμια του χταποδιού
Τις δαγκωματιές του νου
Να συλλαβίσω
Βοώντας,
Την ασφυξία της ύπαρξης
Να εξωραΐσω
Εκλιπαρώντας.





















Μίλα, μιλώντας στους κόκκους
Της νύχτας
Όνειρα να λες
Που να έχουν στρειδιού συνήθεια
-Να μην ανοίγουν-
Μονάχα τα χέρια να μπήγουν
Στις κόρες των δακρύων
Που γεννήθηκαν αναίτια
Από κλάμα γέλιου

Μίλα μιλώντας με όνειρα
Που να μην μιλάνε
Μονάχα να καίνε βουβά
Και να μας ξυπνάνε
Με τη θέρμη τους
Στην καρδιά των άστρων

Μίλα μιλώντας στους κόκκους
Της νύχτας με όνειρα
Και μην φοβάσαι
Μονάχα ζήτα
Σύμπαντα να χτίζουν
Από νότες ενστίκτου
Που θα διαφεύγουν
Του μύθου
Πλάθοντάς τον



















Σαπίλες έχουμε μονάχα στο μυαλό
Ρούφα τις δίχως δισταγμό
Με το τσιγκέλι της θλίψης δεν βγάζεις πολλά
Μονάχα αν κολυμβήσεις μες στα σκατά
Και αν μυρίζουν άσχημα μην σε λυπάσαι
Και αν τα τρως μην κάνεις εμετό
Και αν πληθαίνουν να θυμάσαι
Είναι η πρώτη ύλη της φύσης
Για κάθε δημιουργό.
Αν νομίζεις πως ο τελευταίος θα σε λυπηθεί
Στέλνοντας κατάρες, συμφορές
Και την έχθρα ως δύναμη παστρική
Φιλαράκο, θέλεις δεν θες
Εσύ είσαι θεός και θα πληρώσεις
Για κάθε χαμό με τον δικό σου χαμό
Στάσου λοιπόν δίπλα στην κουράδα
Μην το παίζεις μεσσίας
Γιατί και συ είσαι του κατρουλιού
Η συνταγή
Και αν νομίζεις πως σηκώνεις σπαθιά
Και ξεπαστρεύεις κάθε βρωμιά
Σου προτείνω να αγαπήσεις
Τη δική σου χλεμπονιά















Φωνές κατέβαιναν στα γέλια των ματιών μου
τιτίβιζαν ουρλιάζοντας ντροπή
για που σαλπάρισες βρε κόπανε και δώσ’ του
δυο, τρία χαστούκια από των φίλων την οργή.
Να μην γελάς, και να μην δείχνεις τη χαρά σου
μήπως νομίζεις πως διαφέρεις από μας;
μέσα στο λάκκο είσαι βρε τσόγλανε, θυμήσου
και θα σε φάνε τα σαρκοβόρα όπως και μας.
γιατί καλοί μου είστε τόσο αγριεμένοι;
και ποιος σας είπε πως είμαι αλλιώτικος από σας;
μονάχα ένα με ορίζει και δεν το κρύβω
πως ότι συμβαίνει αρχίζει και τελειώνει σε εμάς.
Ας τις μπαρούφες και μην μολύνεις τον αέρα
με τα χαρμόσυνα τερτίπια της ζωής σου,
εδώ είναι ο λάκκος που τον ζέχνει η φοβέρα
της φαγωμάρας και της μάταιης ενοχής σου.
γιατί νομίζετε πως πρέπει να φοβάμαι;
γιατί να ντρέπομαι για ότι είμαι γω;
μονάχα στα τραγούδια δεν λυγάμε
καθώς ο εφιάλτης γίνεται σπέρμα καρπερό.


















μην μου ζητάς να μην μιλώ
μη μου ζητάς μες στην σιωπή να ζήσω
ακόμη και αν ήμουνα νεκρός
θα σου μιλούσα δίχως σε παύση να σταθώ.
υπάρχουν λέξεις που 'ναι σαν του ξυραφιού τη λάμα
και δεν χαρίζουν σε κανένα κερατά
είναι ψυχρές, ατίθασες, εφιάλτη σκάγια
μα είναι προτιμότερες απ' τη βουβή την καταχνιά.
ξέρω πονάνε, γιατί κατρακυλάνε σαν βράχοι
που πλακώνουν την ψυχή
και σαν χασαπομάχαιρα χιμάνε
σε φέτες κόβουν κάθε υπεροπλία αξιοπρεπή.
καλά κάνουν, φίλε μου, και μην φοβάσαι
δεν παύει να είναι αναίμακτα σπαθιά
που κεριά μπορούν να γίνουν και να θυμάσαι
μες στο σκοτάδι είναι απαραίτητα για την
λευτεριά.
κι αν τα λογάκια μου θυμίζουν 21
κοίτα τριγύρω σου και δες με μάτια κλειστά
τα φίδια έρχονται από κάθε γωνιά
και μόνο η ειρωνεία και ο σαρκασμός
μας απομένει
μπας και πάμε πιο πέρα του γκρεμού την κοψιά





















τίποτα ζεστό δεν έχει το τραπέζι
όλα είναι ψόφια και ζέχνουν από κάθε γωνιά
όλα είναι ψόφια σαν δυο χελιδόνια
που τα κάψε ο νοτιάς.

το ποτήρι ραγισμένο, στέκει στην μέση βουβό
με της μούχλας τ' αγκάθια ν' ανθίζουν
στα χείλη που έχουν σπάσει εδώ και καιρό.

τίποτα ζεστό δεν έχει το τραπέζι
μα και η παγωμάρα δεν έχει θέση σ' αυτό
μονάχα η μπόχα θεριεύει
μέσα σε σιγής αγέρωχο θανατικό

















πια δεν αντέχω,
μες στις νιφάδες του αφρού
θα πλεύσω.
σκαμπίλια σε φουσκάλες
εξοργισμένου νερού θα ρίχνω
και τα κοκάλα μου στο βυθό
της θάλασσας θα μπήγω.
εκεί θα στήσω το τσαντίρι
της ελεημοσύνης θυμιατήρι
και τα ψαράκια μες στον καπνό
της τρέλας μου θα κρύβω
στο παραμιλητό να τα μυήσω















σουλάτσα έκαναν τα φίδια
μέσα στις κόρες των ματιών μου,
άπληστα ρούφηξαν το σώμα
των ανυπόστατων θεών μου

δίχως ανάσα μια να πάρω
παρέλυσα απ' την οργή μου,
είδα το λάθος, τη σιωπή μου
σπαρμένα στην καρδιά του φόβου























πλένει το δάκρυ τη γύμνια του
στις χαρακιές της μέρας
με ξινισμένο αίμα ενοχής
που αναβλύζει από κωλοτρυπίδες
περιωπής.
και να σου μια πόρνη
με δύο τόνους βυζιά
για κομπόδεμα,
κυλάει το δάκρυ δίχως ντροπή
με την αιμάτινη την ευωδιά
την αηδιαστική,
δίχως ενοχή πάνω
στις βυζόμπαλες χορεύει
κι αρχίζει ο κώματος και σπέρνει
δάκρυα καθάρια σαν την αυγή
και η ηδονή να στέκει βουβή.













δεν σου ζήτησα συμπόνια
μήτε το φαρμάκι το πικρό
ένα σου ζήτησα καρδιά μου
να μην κατέβεις στον σταθμό

θέλω να φύγω
να πάω στα ξένα
κανένα δεν θέλω
ακόμη και σένα

θέλω μονάχος
το δάκρυ να πιω
θέλω μες στο κλάμα
να χαθώ

να μην τολμήσεις, γλυκιά μου αγάπη
να μην διστάσεις, να με ξεχάσεις
δεν θέλω συμπόνια, μήτε κακία
θέλω να σβήσω μια ιστορία














καπάρωσα τον ταξιτζή
και έκλεισα την πόρτα
του πα να πάμε για καφέ
και χύθηκε στα φώτα

βρε φίλε είναι δύσκολο
να την ξεχάσω δεν μπορώ
είναι γυναίκα του κεφιού
έχει το βλέμμα του παιδιού

ο φίλος μου ο ταξιτζής
δεν μίλησε, δεν γέλασε
μονάχα άκουγε βουβά
που η καρδιά μου μέλι έσταζε



















ήταν βαριά η συννεφιά
ταίριαξε στην καρδιά μου,
τ' όνομά σου ψέλλισα
κ' έσβησε η ματιά μου.

στο χωρισμό μας γίναμε
δυο πέτρες σ' ένα δάκρυ
και κείνο μέσα στον καημό
έχτισε ένα άχτι

και από τότε κουβαλώ
το κρίμα στο λαιμό μου
κ έγινε ο κόσμος φυλακή
και η ζωή το σάβανό μου
_________________

















τα καλντερίμια άναψαν
απ' το περπάτημά σου
από τη φούστα τη σχιστή
έρεε η μοσχοβολιά σου

πως να μην πω στον ουρανό
τ' άστρα του ν' ανάψει
τόσο καλά να φωτιστούν
οι κνήμες σου σαν στάχυ

και το στεγνό χειλάκι μου
πως να το κουλαντρίσω
που όλο στραβώνει προς τα σε
και το λαιμό σου θέλει να φιλήσω
















λαχταρώ να δω τον ουρανό
κλαίω και ποθώ. Πονώ.
χείλια ερμητικά με κοιτούν
αινιγματικά. Μιλιά.
θέλω να τα πιω
μα πως να ψελλίσω το ίσως
φόβο να μην νοιώσουν
για την αγάπη μου και φύγουν.
ίσως να θέλατε μια συντροφιά
για την βραδιά;
ίσως, απόψε, να μην μπορείτε
μα για ένα καφέ
ένα πρωινό στο Λυκαβηττό;
ή μήπως για σινεμαδάκι
ένα απογευματάκι;

Στο μπαλκόνι αυτό, το αντικρινό
κάθε μεσημέρι
δυο χείλη ερμητικά
σαν δυο πουλιά σε γερό κλουβί
στέκουν με κοιτούν και σιωπούν.
μα όλο σιωπούν
ίσως κάτι θέλουν
κάτι που να θέλουν να μου το πουν
μα να μην μπορούν
να μην μπορούν.
και ίσως μόνος μου εγώ
μονάχα εγώ να μπορώ
να δείξω το σ' αγαπώ
να το ψιθυρίσω
με τρόπο μαγικό.
Ίσως

















Σύντομα κοντά μας τα όνειρά μας.
Στη στοά του δρόμου
Με το γράμμα του νόμου
Και σε τιμή ευκαιρίας,
Μια σπαρταριστή κωμωδία.
Μην βιαστούμε, όμως ας διασχίσουμε
Μονάχοι το δρόμο
Και μην φοβηθούμε τον τρόμο.
Να περάσουμε εντίμως κάθε δειλία
Να πατήσουμε με τακτ τα καρφιά της ανίας
Ν’ απολαύσουμε με μέτρο την αγυρτεία
Όλα σε μελοδραματική αξία.
«Στην υγειά μας»
Μια ευχή σχολαστικής παρωδίας.

Σύντομα κοντά μας, μες στα όνειρά μας
Θα βρεθούμε ως ζόμπι να πίνουμε το μυαλό του δότη
Εκείνου του εξωμότη
Που ως καρικατούρα στη ζωή μας
Γελάει με αηδία την κραυγή μας