Tuesday, 15 January, 2008

ταβερνοκουβέντες





χώμα τα χέρια του, όπως και το σώμα του
χώμα και τα λόγια του
και όταν έβρεχε
λασπόνερο γινόταν και ταξίδευε
διαλυμένος,
όταν ήλιος έλαμπε τ' απομεινάρια του
στέρεες κουκίδες αντλούσαν φως
και κατόπιν εξέπεμπαν μηνύματα
το ένα προς το άλλο για επανένωση
και πάντα μια νέα μορφή σχημάτιζαν.
Ένα πράγμα μονάχα φοβόταν
το χιόνι όταν γινόταν πάγος
να διαλυθεί δεν μπορούσε
ενώ μπορεί να παρέμενε με την ίδια μορφή
για πολύ καιρό, ίσως και για πάντα.
έτρεμε τη μυθοποίηση,
πίστευε πως ήταν η τρομερή καταδίκη
του μονοδιάστατου









η σημασία του κορμιού
είναι ρίψεις βότσαλων σε ωκεανό
που δεν ορίζεται με νερό
αλλά με όνειρα δίχως τέλος

η σημασία του κορμιού
έχει αιώνια διδαχθεί
μονάχα στη σιωπή του τρελού
και αν κανείς λογικός
αποπειραθεί να τολμήσει
θα αποτύχει ως ανόητος

η σημασία του κορμιού
δεν είναι, μονάχα, δίχως τελειωμό
είναι και δίχως αρχή
ρέει απλώς μέσα μας
ώσπου σε άλλη κατάσταση βρεθούμε
και από το κορμί χαθούμε
εκείνο όμως ποτέ δεν θα χαθεί







αναπολώ τα λόγια
που δεν έχω πει
και τις πράξεις που
δεν έχω κάνει

αναπολώ όσα
δεν μ' έχουν αγγίξει
δεν μου έχουν μιλήσει
εντός μου

αναπολώ τα λάθη
που δεν έκανα
και μαζί τους την αλήθεια
με το σωστό που δεν
συνέλαβα









φορώ το σώμα δίχως το
κορμί μου
και ως κοινότυπος
χάνομαι ανάμεσα μας
και από τον εαυτό μου

ντύνομαι το κορμί μου
και την μια είμαι πέτρα
την άλλη κύκνος
και σε κάποια άλλη στιγμή
αστέρι που ψαλιδίζει
τον ουρανό










ένα βράδυ εκεί που τα ‘πινε είπε:
" θα κάνω φυλαχτό μου τη μαύρη τρύπα"
έκτοτε ο κόσμος του φαινόταν μικροσκοπικός
σαν μινιατούρα των αλλοτινών φόβων του
και ανάλαφρος δίχως κανένα "σαν".
περνούσαν οι φίλοι και του γκρίνιαζαν
και κείνος τους απόπαιρνε,
περνούσαν οι άγνωστοι δίχως να του δίνουν σημασία
και κείνος τους μιλούσε δίχως κανένα παραμιλητό,
περνούσαν οι εχθροί και τον χλεύαζαν
και κείνος τους γελούσε και τους προσκαλούσε για ποτό.
κάποια στιγμή πέρασε και ο χρόνος αγγίζοντας το στην πλάτη
και κείνος δίχως προειδοποίηση βουτά το χρόνο απ' τα μαλλιά
και μαζί χάθηκαν μες στο φυλαχτό του.
από τότε όλοι συνομιλούν σιωπηλά για αυτόν
μονάχα στον ύπνο τους











με κάνεις αλοιφή και χάνομαι
στις ράγες των χεριών σου
αισθάνομαι
αχ πως τα καταφέρνεις
και μες τα μάτια σου
πάλλομαι
πάλλομαι βαθιά στης κόρης
την μαύρη σπηλιά
και στην καρδιά του δακρύου
που στέκει στην γκρεμογωνιά
των βλεφάρων σου
και στέλνω μηνύματα μέσα μου
και ξαφνιάζομαι
ναι ξαφνιάζομαι
γιατί είναι άγνωστα μα ζεστά
και εκστασιάζομαι
με τον άλλο εαυτό μου
που δεν γνωρίζω
εντυπωσιάζομαι
χαχαχαχα
αδύνατον να με συλλάβω
παρά μονάχα μαζί σου
και τίποτα δεν σκιάζομαι













είμαι αγρίμι
ήπια, ήπια
τη σιωπή μου ήπια
στο θολό ποτάμι βούτηξα
και μέσα μου χύθηκα.
Ξύπνησα μες στη φωτιά
μετά από μακρύ ύπνο
στο πουθενά,
ξύπνησα μες σε φλόγες ζωής
να διακτινίζονται μέσα μου
δίχως αλήθεια και ψέμα
ως έκσταση.
Όσο και αν τάξεις στην
γάγγραινα την
αιωνιότητα
εκείνη θα σε φτύσει
όπως φτύνει τον εαυτό της
κι αν τάξεις στο φως τον
θάνατο
εκείνο θα γελάσει
πίσω από τις γρίλιες του
Σκοταδιού.















Στρώσε το ξεψύχισμα
Στης στράτα σου τον ίσκιο
Πιες το δίχως να φοβηθείς
Πιες το με το γέλιο
Και μην νοιαστείς

Απερίσκεπτα στόχεψε την καρδιά σου
Με το ψέμα
Ξανά και ξανά
Ξέσχισε το είναι σου δίχως ντροπή

Στο δάκρυ σου
Στάξε το αίμα σου
Και προχώρα
Μ’ ακούς
Προχώρα!

Σέρνε το σαρκίο σου
Στα δάση της οργή σου
Και θυμήσου
Μονάχα θυμήσου
Το λάθος που δεν έκανες
Στο πάθος που δεν έδωσες

Αρμάτωσε την έγνοια σου
Με θλίψη
Τη μελαγχολία αγκάλιασε
Με θέρμη
Και με ζέση σβήσε σε κάθε
Βήμα
Σε κάθε κύμα
Το χάδι σου

Σβήσε, λοιπόν
Σβήσε !
Και πέταξε το σκουπίδι σου
Σε πηγάδι ονείρου
Και βύθισε την εμμονή σου
Σε φιλί φιδιού

Τι λαχτάρα, θεέ μου
Η άρνησή μου!
Τι λαχτάρα! μέσα της
Να χάνομαι
Και στον μίσχο της
Ν’ ανθίζω
Δίχως ενοχή
ταβερνοκουβέντες


κρύψου, αλλιώς
θα χαθείς!
κρύψου μες στη σκόνη,
αλλιώς θα γελαστείς!
κρύψου, κρύψου!
μα γιατί δεν ακούς;
γιατί;
γιατί!!!!


κοχύλι δεν ήσουν
ποτέ, μήτε
στεφάνι ακροβάτη
για καταγέλαστη
αγάπη

μα μήτε και θάλασσα
μήτε αστραπή
μ' ακούς!
μονάχα δίποδο της
σιωπής είσαι
και αγκίστρι μιας
ψυχής

κρύψου, λοιπόν.
κρύψου και μην φανερωθείς
ακόμη και αν ο ήλιος σου
μιλήσει κάποια αυγή












έλα κλάμα μου
πετάρισε μέσα στο
απόλυτο του μηδενός

τα σημάδια σου να
ιριδίζουν στο φτερούγισμα
της αρμονίας
μέσα στο κενό

έλα κλάμα μου αναβάπτισέ με
χαράζοντας πάνω στο τίποτα
που τριβελίζει την ψυχή μου









περπατώ στο δρόμο και μόνο το σκοτάδι
είναι εδώ
περπατώ και δεν βλέπω και όλο σε λάκκους
πέφτω
πέφτω, πέφτω, πέφτω
και τελειωμό δεν έχω
πέφτω, πέφτω, πέφτω
και όλο μες στη λασπουριά
πλέω

περπατώ στο δρόμο ο ήλιος και το φεγγάρι
δεν είναι εδώ,
περπατώ και μες σε λάκκους με βρομόνερα
τσαλαπατώ,
και όλο κάτι με μαγεύει
και από τον ένα λάκκο στο άλλο
βουτώ και ξαναβουτώ,
και όλο κάτι με σαγηνεύει
και διαρκώς λασπο-μπουρμπουλήθρες
εκπνέω και ωωωωω τι έκπληξη
αναριγώ










περιστεράκι μου γλυκό και χρυσαφένιο
εσύ που σκίζεις τον ουρανό και πας
μηνύματα στον κόσμο το χαμένο,
πάρε ετούτο δω το λογισμό
και κάνε τον γουργουρητό
λεξούλα να μην χάσεις

περιστεράκι μου γλυκό και χρυσαφένιο
άπλωσε τα φτεράκια σου
και τράβα στο σκοπό σου,
τράβα και σαν γεράκι θα βρεθεί
εμπρός σου και σου χιμήξει
γουργούρισε το λογισμό
κ' ευθύς θα σε αφήσει,
και σαν σε ξηρασία μακρά βρεθείς
και δίψα σε στραγγίζει
γουργούρισε ετούτο εδώ το λογισμό
να μην σε φάει η μαύρη δίνη

και σαν θα φτάσεις στο σκαλί του κόσμου
που μάτι δεν επιάνει
μα μήτε και μυαλού κοψιά μπορεί να εσυλλάβει
μην νοηθείς και γελαστείς και γουργουρίσεις απ' έξω
γιατί ποτέ δεν θα το διαβείς
μα και ποτέ δεν θα γυρίσεις πίσω












μες στο λιμάνι του μυαλού μου
στενάζει ο ίσκιος του κορμιού σου
σαν το καράβι που το σύραν
δίχως να το ρωτήσουν καν
μέσα από θαλασσοταραχή
και καταιγίδα.

μες στο λιμάνι του μυαλού μου
ο ίσκιος σου στενάζει και κλαίει
για τη χαρά που του στερούνε
από την παραζάλη που δεν ζούνε
οι φρόνιμοι και μετρημένοι
παρά μονάχα του κόσμου οι
καταδικασμένοι

απ' το λιμάνι του μυαλού μου
ξάφνου ο ίσκιο σου αγριεύει
ορίζει πορεία, σπάει κάβους
και χάνεται αμέσως μες στο κύμα.
αχ το λιμάνι του μυαλού μου
τώρα στενάζει, το κρύο το σκιάζει
έφυγες κ έμεινε μονάχο
δίχως έναν αναστεναγμό
από μουράγιο











βρέχει απ' τη μηχανή του χρόνου
βρέχει παραμύθια
σαν το μήλο που μιλούσε
μέσα στην αγρύπνια.
στο στρατί της συνουσίας
όνειρο με άψη
έφτιαξαν λέει την ουσία
της αλήθειας που μόνο
σε μύθο έχει χάρη.

βρέχει, βρέχει παραμύθια
όλα δίχως μνήμη
το παρόν παραμονεύουν
να του φιλήσουνε
τα χείλη.

βρέχει, λένε, παραμύθια
απ' τη μηχανή του χρόνου,
στο μεδούλι ψιθυρίζουν
πως ο κάθε χρόνος
δεν έχει καν ούτε
μια σταγόνα
ξέχωρο χρόνο